Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

"ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΩ ΘΑ ΓΙΝΩ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ!"


   «Λοιπόν παιδιά, το Σάββατο θα πάμε να γνωρίσουμε μία συγγραφέα!» ο Πέτρος, που πάντα ενθουσιαζόταν με κάτι τέτοια, φώναξε εμένα και τη Λύδια να μας ανακοινώσει τις Σαββατιάτικες «κοινωνικές μας υποχρεώσεις»!
  «Τι εννοείς;» τον ρώτησε η Λύδια, που δεν ήταν και το καλύτερό της να διαβάζει.
  «Το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς έχει καλέσει το Σάββατο, που είναι η παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου, μια σπουδαία συγγραφέα για να μας διαβάσει το βιβλίο της!» μας είπε ο Πέτρος ενθουσιασμένος.
  «Όλο;» γκρίνιαξε εκείνη.
  «Γιατί στραβομουτσουνιάζεις;» τη ρώτησα «εμένα μου φαίνεται πολύ ωραία ιδέα. Πάντα ήθελα να γνωρίσω από κοντά μια αληθινή συγγραφέα!»
Και πράγματι, Σάββατο πρωί, μαζί με όλα τα παιδιά της γειτονιάς, στριμωχτήκαμε οι τρεις μας σε μια γωνιά του βιβλιοπωλείου, περιμένοντας τη σπουδαία συγγραφέα!                       
  Προς μεγάλη μας έκπληξη τα πράγματα δεν ήταν όπως τα περιμέναμε. Όταν κάποιος έχει καταφέρει να γίνει συγγραφέας, σημαίνει πως έχει διαβάσει πολύ, έχει ζήσει πολλές εμπειρίες και σίγουρα ξέρει να μιλάει και να γράφει καλά. Γι αυτό νομίζω και πως όλοι οι συγγραφείς, είναι μεγάλοι και πολλοί μάλιστα είναι και παππούδες ακόμα! Όμως αυτή η συγγραφέας ήταν διαφορετική. Ήτανε πολύ νέα, πολύ γλυκιά και καθόλου μα καθόλου αυστηρή. Δε φορούσε γυαλιά ούτε γκρίζα ρούχα.  Είχε κόκκινα μαλλιά και ένα σκουλαρίκι στο φρύδι! Παρά ήτανε μοντέρνα για συγγραφέας!
  «Μα είστε πολύ μικρή!» της έλεγαν οι μπαμπάδες και οι μαμάδες.
Εκείνη χαμογελούσε γλυκά και έλεγε:
  «Μου αρέσει πολύ να παίζω με τα παιδιά, γι αυτό άλλωστε γράφω και ιστορίες! Θέλω να μην μεγαλώσω ποτέ!»
   Μιλήσαμε για τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, τους αδελφούς Γκριμ και τον Κάρολο Ντίκενς! Όλα αυτά τα πασίγνωστα παραμύθια που ακούμε από μικροί, όπως η Σταχτοπούτα, η Κοκκινοσκουφίτσα, το Ασχημόπαπο,  είναι δημιουργήματα της φαντασίας σπουδαίων παραμυθάδων, που η αγάπη τους για το βιβλίο και η ανεξάντλητη φαντασίας τους, μας χάρισαν τόσο σπουδαίες ιστορίες!
  Μας μίλησε για τότε που ήταν μικρή και οι γονείς της την έλεγαν παραμύθια. Ύστερα διάβασε το παραμύθι της και όλοι μαζί, γεμάτοι κέφι και χαρά, μετατρέψαμε το παραμύθι σε θεατρική παράσταση!  ! Η Λύδια, που δεν ήθελε καθόλου να έρθει-γιατί μεταξύ μας δεν της αρέσει το διάβασμα- πήρε τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μάλιστα ήταν η πρώτη που έτρεξε να αγοράσει και το βιβλίο!  
  «Κοίτα, μου έγραψε και μία αφιέρωση: στη Λύδια με αγάπη! Δεν είναι τέλειο; Όταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω συγγραφέας!» είπε η Λύδια αγκαλιάζοντας το αφιερωμένο με πολλή αγάπη σε εκείνη βιβλίο!  
  «Μα μέχρι εχτές ήθελες να γίνεις χορεύτρια!» της υπενθύμισε ο Πέτρος «πως θα γίνεις τώρα συγγραφέας; Το ένα δεν ταιριάζει πολύ με το άλλο!»
  «Θα αρχίσω να διαβάζω βιβλία και να γράφω ημερολόγιο! Άλλωστε ποτέ δεν είναι αργά!» είπε εκείνη βάζοντας το χέρι στη μέση έτοιμη για καβγά!
  «Εγώ νομίζω πως περάσαμε πολύ ωραία σήμερα, ε παιδιά;» είπα θέλοντας να ηρεμήσω τα πνεύματα. «Άλλωστε έχουμε πολύ χρόνο μπροστά μας για να αποφασίσουμε τι θα γίνουμε όταν μεγαλώσουμε!»
  «Λοιπόν, το απόγευμα θα έρθετε από το σπίτι μου;» ρώτησε ο Πέτρος.
  «Δε μπορώ, έχω να διαβάσω το καινούργιο μου βιβλίο, ίσως κάποια άλλη φορά!» είπε η Λύδια με ύφος σπουδαίας συγγραφέως!
  «Τι θα έλεγες να έφερνες το βιβλίου σου να το διαβάσουμε όλοι μαζί; Και μετά να παίξουμε και κανένα παιχνίδι!» πρότεινα κλείνοντας το μάτι στον Πέτρο.
  «Τέλεια, ιδέα» είπε η Λύδια, που δεν έλεγε ποτέ όχι στο παιχνίδι. «Στις 7 θα είμαι εκεί!»



Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Μα τι είναι αυτή η Επανάσταση;

    Η μεγάλη μου ξαδέρφη είναι επαναστάτρια, έτσι τη λέει ο μπαμπάς! Τώρα τι ακριβώς είναι η επανάσταση δεν έχω καταλάβει, αλλά ξέρω για την επανάσταση των Ελλήνων και την απελευθέρωσή από τους Τούρκους, έχω ακούσει για την επανάσταση των χίπις που όλοι ακούγανε χαρούμενα τραγούδια, χορεύανε στους δρόμους και ζωγραφίζανε λουλούδια στα αυτοκίνητά τους. Ξέρω επίσης και για την επανάσταση της μαμάς μου, όταν έχει κουραστεί από τις δουλειές και ζητάει από το μπαμπά να την βοηθήσει. Αλλά για την επανάσταση της ξαδέρφης μου δεν ξέρω. Ο φίλος μου ο Πέτρος, που τρελαίνεται για λιχουδιές, λέει πως επανάσταση είναι, όταν όλοι σου λένε να προσέχεις τη διατροφή σου, εσύ πας το βράδυ κρυφά και τρως σοκολατάκια από το ψυγείο της μαμάς!
    Η θεία Μαρία, λέει ο μπαμπάς μου, είναι πολύ αναστατωμένη. Η Νίκη, η ξαδέρφη μου, κατεβαίνει στους δρόμους και διαδηλώνει! Αυτό δεν είναι κακό από ότι κατάλαβα, αλλά είναι λίγο επικίνδυνο γιατί μπορεί να δημιουργηθούν επεισόδια και χωρίς να το θέλει να μπλέξει σε μπελάδες. Η ξαδέλφη μου η Νίκη λέει και ξαναλέει ότι οι πορείες που πηγαίνει είναι ειρηνικές και πως αν δεν επαναστατήσουμε εμείς οι νέοι -δηλαδή πρέπει και εγώ;- τότε ποιος θα επαναστατήσει;
     Χτες πήγα στο σπίτι της με τη μαμά μου και τον μπαμπά μου. Επίσκεψη. Ήθελα πολύ να δω τη Νίκη και να μου εξηγήσει μερικά πράγματα. Δεν ήταν όμως στο σπίτι. Μην έχοντας λοιπόν τι να κάνω, αφού οι μεγάλοι είχαν μαζευτεί στην κουζίνα, πίνανε καφέ και ακούγανε τα φοβερά και τρομερά προβλήματα της θείας μου, τρύπωσα κρυφά στο δωμάτιο της Νίκης. Η αλήθεια είναι πως όταν μεγαλώσω και γίνω και εγώ φοιτήτρια, θα ήθελα να της μοιάσω. Να φοράω συνέχεια σκισμένα τζιν, να έχω μακριά μαλλιά, να βάφομαι και να επαναστατώ όλη την ώρα! Καθρεφτίστηκα για λίγο στον καθρέφτη της φορώντας πάνω από τα ρούχα μου ένα φόρεμα που βρήκα πεταμένο σε μια καρέκλα. Πέρασα στο λαιμό μου το αγαπημένο της ασπρόμαυρο φουλάρι και κοίταξα τον εαυτό μου! Αχ, μακάρι να της έμοιαζα έστω και λίγο! Κάθισα στο κρεβάτι της και άπλωσα τα πόδια μου,  παρ' όλο που φορούσα παπούτσια. Στο κομοδίνο είχε αφημένα βιβλία, ένα κοκαλάκι και ένα ημερολόγιο! ΤΟ ΞΕΡΩ, ΤΟ ΞΕΕΕΕΡΩΩΩΩ!!! Δεν είναι σωστό να διαβάζουμε τα ημερολόγια των άλλων.... αλλά δε κρατήθηκα! Ποιος θα μπορούσε άλλωστε να αντισταθεί στα πιο κρυφά μυστικά της αγαπημένης του ξαδέρφης; Χωρίς να με πάρει είδηση κανείς, άρπαξα το ημερολόγιο και χώθηκα κάτω από το κρεβάτι έτοιμη να ρουφήξω κάθε πληροφορία που είχε γραφτεί στο πολύτιμο ημερολόγιο της Νίκης!
"Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
καμιά φορά αναρωτιέμαι, γιατί με έμαθαν να ζητάω συγνώμη, αφού η συγνώμη μου τσαλαπατιέται και δεν υπολογίζεται. Γιατί με έμαθαν να είμαι ευγενική και να δίνω την θέση μου στους μεγαλύτερους, αφού κανένας μεγάλος δε σέβεται εμένα; Γιατί με μορφώνουν και με μαθαίνουν στο σχολείο γράμματα,  αφού με αναγκάζουν να βλέπω τηλεόραση που μου καίει τον εγκέφαλο. Γιατί μου λένε πως οφείλω να ξέρω την αλήθεια, αφού μου σερβίρουν κατευθυνόμενες ειδήσεις. Γιατί με διδάσκουν να αγαπώ την ειρήνη για να επιζητώ το δίκιο, ενώ ο πόλεμος και η αδικία βασιλεύουν σε όλο τον κόσμο... Γιατί με έμαθαν να λέω καλημέρα, να ελπίζω σε μια καλύτερη μέρα, να δουλεύω σκληρά γ' αυτή τη μέρα, αφού μου τη συννεφιάζουν, μου την σκοτεινιάζουν, την κάνουν νύχτα και κλέβουν όλα τ’ αστέρια; Απλώς καμιά φορά αναρωτιέμαι..."
     Το έκλεισα και δε διάβασα άλλο. Όταν πήγαμε σπίτι άνοιξα το συρτάρι και έβγαλα από μέσα το ημερολόγιο που μου είχε κάνει δώρο η μαμά μου στα γενέθλια μου και δεν είχα σκεφτεί να το χρησιμοποιήσω. Ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα κάτι να μοιραστώ με ένα ημερολόγιο! Κάθισα πάνω στο κρεβάτι μου και πήρα το καλύτερό μου μολύβι και άρχισα να γράφω:
"Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
σήμερα είναι μια θλιμμένη μέρα.... Θέλω όταν μεγαλώσω να επαναστατώ. Θέλω να ζητάω συγνώμη και ας μην με υπολογίζουν. Θέλω όταν μεγαλώσω να μην σταματήσω ποτέ να δίνω τη θέση μου σε έναν παππού η μια γιαγιά, γιατί με κάνει και νιώθω ωραία. Να συνεχίζω να μαθαίνω γράμματα και να γίνω η πιο έξυπνη από όλους γιατί έτσι θα κάνω περήφανους τους γονείς μου αλλά πιο πολύ τον εαυτό μου! Να αγαπώ και να θέλω την ειρήνη και να πολεμώ την αδικία, ώστε όταν κάποιος με αδικήσει να μπορώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Και να μην σταματήσω να λέω ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!"

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Εγώ και η μαμά μου στη στάση.

ΒΟΛΤΑ ΜΕ ΤΟ ΤΡΟΛΕΪ


   Η θεία μου, η Βαγγελιώ, μένει στο τέρμα της Πατησίων. Όσες φορές πήγα σπίτι της, ήταν πάντα με αυτοκίνητο, η μαμά μου όμως σήμερα  αποφάσισε να πάμε εκεί με το τρόλεϊ. Αγοράσαμε δύο εισιτήρια, πήγαμε στη στάση και περιμέναμε να περάσει το τρόλεϊ 3 ή 13. Ήμουν πολύ ενθουσιασμένη και χαρούμενη και άρχισα τις ερωτήσεις:
  «Μαμά γιατί το τρόλεϊ έχει κεραίες;»
  «Γιατί τις χρειάζεται για να εφοδιάζεται ηλεκτρικό ρεύμα από τα συρμάτινες εγκαταστάσεις της ΔΕΗ.»
  «Χωρίς ρεύμα δηλαδή, δεν λειτουργεί;»
  «Και βέβαια! Καμιά φορά οι κεραίες φεύγουν από τις εγκαταστάσεις και αν ο οδηγός δεν καταφέρει να τις επαναφέρει, πατά ένα κουμπί και τότε το τρόλεϊ γίνεται σαν λεωφορείο.»
  «Ουάου! Δηλαδή μεταμορφώνεται;» ξαναρώτησα ενθουσιασμένη!
   Και έφτασε επιτέλους το τρόλεϊ, λίγο καθυστερημένο βέβαια, αλλά πάνω στην ώρα, για να γλιτώσει τη μαμά μου από τις συνεχείς ερωτήσεις μου! Μπήκαμε μέσα και καθίσαμε στις δύο μοναδικές θέσεις που ήταν ελεύθερες.
  «Σοφία, πήγαινε να ακυρώσεις τα εισιτήρια;» μου είπε με επίσημο ύφος η μαμά μου!
  «Ευχαρίστως!» της απάντησα και με ένα πνιχτό γέλιο «χτύπησα» τα δυο εισιτήρια στο ειδικό μηχάνημα.
   Η βόλτα μας ξεκίνησε και ήμουν τόσο απορροφημένη να κοιτάζω τις βιτρίνες των καταστημάτων, που δεν πρόσεξα πως το τρόλεϊ είχε αρχίσει να γεμίζει ασφυκτικά με κόσμο! Κάθε φορά που το τρόλεϊ έκανε στάση, έλεγα μέσα μου:
  «Δε μπορεί κάποιος θα κατέβει για να μπουν οι υπόλοιποι!»
Μάταια όμως! Ο κόσμος, όλο και ανέβαινε, στριμώχνοντας ο ένας  τον άλλον, βρίζοντας και φωνάζοντας για την κακή τους τύχη.  Ξαφνικά η όμορφη βόλτα μας με το τρόλεϊ, είχε μετατραπεί σε μια άσχημη περιπέτεια, γεμάτη σπρωξιές και αγανακτισμένες φωνές. Είχα κρυφτεί στην αγκαλιά της μαμάς μου προσπαθώντας να εξαφανιστώ και να μην ακούω όλες αυτές τις φωνές που έκαναν το κεφάλι μου να πονοκεφαλιάζει!
  «Γιατί φωνάζει έτσι αυτή η κυρία;» ρώτησα συνομωτικά τη μαμά μου.
  «Γιατί μάλλον κάποιος την έσπρωξε καταλάθος!» μου απάντησε εκείνη και με αγκάλιασε σφιχτά.
  «Μανούλα μου άμα σε σπρώξω καταλάθος, θα μου βάλεις τις φωνές;» τη ρώτησα σχεδόν βουρκωμένη!
  «Όχι Σοφάκι μου!» μου απάντησε εκείνη και με κοίταξε με απορία!
  «Γιατί εγώ νόμιζα πως όταν σπρώχνεις κάποιον καταλάθος, δεν το θέλεις και ζητάς συγγνώμη! Τότε εκείνος δε σου βάζει τις φωνές, παρά σου λέει δεν πειράζει και μετά παίζετε μαζί!»
Η κυρία στην μπροστινή θέση χαμογέλασε.
  «Κοριτσάκι μου, οι άνθρωποι μεγαλώνουν. Και όσο μεγαλώνουν ξεχνάνε το παιχνίδι. Και όσο ο άνθρωπος ξεχνάει το παιχνίδι και την ανεμελιά, τόσο δυσκολεύεται να ξεχάσει και μια σπρωξιά που έγινε καταλάθος! Σου εύχομαι ποτέ να μη μεγαλώσεις!» μου είπε και χάθηκε μέσα στο κόσμο ψάχνοντας τρόπο να κατεβεί στην στάση που ήθελε.
Άκου ποτέ να μη μεγαλώσω! Δεν μου άρεσε και πολύ αυτό που μου είπε η μπροστινή κυρία! Εγώ θέλω να μεγαλώσω και να γίνω μπαλαρίνα ή τραγουδίστρια ή δασκάλα! Όχι να μείνω για πάντα στην τρίτη δημοτικού!
  Φτάσαμε επιτέλους στην στάση μας. Η μαμά μου με έβαλε μπροστά και προσπαθώντας να ανοίξει χώρο με τα χέρια της, άρχισε να προχωράει προς την έξοδο.
  «Συγνώμη, μπορώ να περάσω; Με συγχωρείτε, έχω τη μικρή και θέλω να περάσω, ευχαριστώ!»
Λίγοι ήταν εκείνοι που έκαναν στην άκρη και ακόμα πιο λίγοι εκείνοι που μας βοήθησαν.
  Όταν πια κατεβήκαμε και είδα το τρόλεϊ να φεύγει με τους επιβάτες στριμωγμένους σαν σαρδέλες είπα στη μαμά μου;
  «Δεν θέλω να ξαναπάω βόλτα με το τρόλεϊ!»
  «Έλα Σοφάκι μου, μην δίνεις τόσο πολύ σημασία! Την επόμενη φορά μπορεί να είναι καλύτερα!  Άλλωστε δεν ήταν και τόσο άσχημα. Είδες εκείνη η κυρία! Εκτίμησε πολύ τα λόγια σου και σου ευχήθηκε να μείνεις όπως είσαι!»
  «Μα…» δεν τελείωσα τη φράση μου γιατί αμέσως σκέφτηκα τα λόγια της:       «Σου εύχομαι να μην μεγαλώσεις ποτέ!»
  «Τώρα κατάλαβα τι εννοούσε!» είπα στη μαμά μου και χτύπησα το κουδούνι της θείας Βαγγελιώ.
  
   

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ


Τα χαρτιά της έγκρισης από τους γονείς ήταν υπογεγραμμένα, το κολατσιό από το προηγούμενο βράδυ στην τσάντα κρυμμένο, τα κατάλληλα ρούχα στην πολυθρόνα αφημένα και το πρωινό πάνω στο τραπέζι μισοφαγωμένο!
«Αφού σήμερα είναι η εκδρομή, το ξέχασες;» απάντησα στη μαμά μου όταν με ρώτησε γιατί είχα τόση βιασύνη.
«Έφτασε κιόλας η μέρα;» αναρωτήθηκε τάχα αδιάφορα. «Βρε Σοφάκι μου, μήπως να μην πήγαινες;»
«Τι λες τώρα, μαμά;» Αναστατώθηκα τόσο πολύ, που πέταξα με δύναμη το παγούρι μου μέσα στην τσάντα.
«Σταμάτα, παιδί μου, πλάκα σου κάνω!» μου εξήγησε και με μια απότομη κίνηση έπεσε πάνω μου και άρχισε να με γαργαλάει.
«Έλα, άφησέ με τώρα, δε θα προλάβω», είπα πνιγμένη στα γέλια. Βλέπετε σήμερα θα πηγαίναμε εκδρομή στην Επίδαυρο και ήμουν πολύ ενθουσιασμένη!
Φτάνοντας στο σχολείο όλοι μου οι φίλοι ήταν ήδη μαζεμένοι στο προαύλιο.
«Σοφία, έλα να βγάλουμε μια τελευταία φωτογραφία!» μου φώναξε ο Αλέκος.
«Ναι, αλλά μη μου κάνεις πάλι “κερατάκια!”» του είπα και του έριξα μια σπρωξιά. Ήξερα πολύ καλά τι πειραχτήρι ήταν!
Μπήκαμε στο λεωφορείο με γέλια και φωνές και η εκδρομή μας ξεκίνησε! Ήμουν τυχερή γιατί πρόλαβα να κάτσω γαλαρία μαζί με τον Πέτρο. Δεν ξέρω γιατί μας αρέσει πάντα να καθόμαστε εκεί. Μάλλον απολαμβάνουμε να είμαστε οι πρώτοι που κάθονται στις τελευταίες θέσεις!
Καθώς βγαίναμε από την Αθήνα αφήναμε πίσω μας τις στριμωγμένες πολυκατοικίες. Μπροστά μας τώρα είχαμε μόνο θάλασσα και δρόμο. Ακούγαμε τα αγαπημένα μας cds και η δασκάλα συνεχώς μας φώναζε που ήμασταν όρθιοι και χορεύαμε. Όμως οι ώρες στο λεωφορείο έχουν πλάκα μόνο όταν δεν ανακατεύεσαι από τις στροφές και τα απότομα φρεναρίσματα. Γιατί ο Πέτρος, που ήταν συνεχώς με μια σακούλα στο χέρι μήπως και ανακατευτεί, δε φάνηκε να το διασκέδασε ιδιαίτερα!
Επιτέλους φτάσαμε! Κατεβήκαμε από το λεωφορείο και κατευθυνθήκαμε προς το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.
«Λοιπόν, παιδιά, είστε ελεύθεροι για περίπου μία ώρα. Φάτε, πιείτε, παίξτε, φωνάξτε και χορέψτε, αλλά σε μία ώρα να είστε έτοιμοι για την επίσκεψή μας στο χώρο του θεάτρου». Η δασκάλα μας ήταν σαφής. Έτσι κι εμείς βγάλαμε το κολατσιό μας και απολαύσαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε την ελεύθερη ώρα μας.
Η ανηφόρα προς το θέατρο ύστερα από τόσο τρέξιμο και παιχνίδι ήταν, ομολογώ, λίγο κουραστική. Άραγε πώς τα έβγαζαν πέρα οι αρχαίοι με την κατασκευή του θεάτρου; Αυτή η ανηφόρα δεν τους στάθηκε εμπόδιο;
Φτάσαμε στο αρχαίο θέατρο. Δεν ξέρω γιατί ένιωσα τόσο μεγάλη συγκίνηση. Ίσως γιατί σκέφτηκα πόσο σπουδαία πράγματα είχαν συμβεί σε αυτό το χώρο. Ήμουν διαβασμένη γιατί περίμενα αυτή την εκδρομή πώς και πώς κι έτσι ήμουν η μόνη που μπορούσα να απαντήσω στην ερώτηση της δασκάλας. 
«Τα κύρια μέρη του θεάτρου είναι: η σκηνή, η ορχήστρα και το κοίλον. Στο κοίλον θα βρούμε τις κερκίδες, ομάδες καθισμάτων ή αλλιώς εδώλια, και τις σκάλες. Δεξιά και αριστερά βρίσκονται οι πάροδοι, που είναι διάδρομοι που οδηγούν στην ορχήστρα. Και βέβαια στη μέση βρίσκεται η θυμέλη, ο βωμός του Διόνυσου, εκεί όπου γινόντουσαν οι θεατρικές θυσίες», είπα με καμάρι θέλοντας να δείξω πόσο πολύ είχα διαβάσει!
«Μπράβο σου, Σοφία! Σίγουρα οι βαθμοί σου θα βελτιωθούν πολύ!» μου είπε η δασκάλα! Η Λυδία μού έκλεισε το μάτι και ο Αλέκος ο εξυπνάκιας έσκασε από τη ζήλια του!
Αυτό όμως που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση είναι η ακουστική του θεάτρου! Η δασκάλα μάς ζήτησε να ανέβουμε στο τελευταίο σκαλί των κερκίδων και να κάνουμε ησυχία. Τότε εκείνη, που είχε παραμείνει στο κέντρο της σκηνής, έβγαλε έναν ήχο που ακούστηκε τόσο δυνατά και καθαρά στα αφτιά μας λες και ήταν δίπλα μας!
«Καταπληκτικό!» φωνάξαμε όλοι και χειροκροτήσαμε!
Όταν επέστρεψα στο σπίτι, παρόλο που ήμουν κουρασμένη από την εκδρομή, δεν έπαψα να λέω και να ξαναλέω τι ωραία που είχα περάσει!
«Άντε, Σοφάκι, το καλοκαίρι να πάμε να δούμε καμιά παράσταση, αφού ενθουσιάστηκες τόσο!» μου είπε η μαμά  κι εγώ πέταξα από τη χαρά μου!